O Μανώλης και η Γ’ναίκα

Κάθε μέρα με νύχτα ξεκινάει για τον Μάνο. Ένας τοίχος με εμβαδόν κατακίτρινο έχει πάνω δεξιά ένα παράθυρο, μικρό αλλά για αυτόν αρκετό. Κάθε βράδυ στους αχνά στοκαρισμένους σωλήνες, νομίζεις ότι θα αρχίσει να τρέχει σκατόνερο.

Πιο πολύ νομίζει ο ίδιος ότι κάθε βράδυ από κει θα τρέξει πηχτό αργό πετρέλαιο.Και τρέχει.

 Στο σπίτι του Μάνου όταν πλημμυρίζει, το υγρό αρχίζει να γεμίζει το χώρο από πάνω προς τα κάτω. Αυτό συμβαίνει κάθε μέρα, δηλαδή νύχτα.

_____________________________________________________________________

 

         Η Χοντρή Γ’ναίκα, πύρινη και τεράστια κάθεται στην γωνία του δωματίου που θα κοίταγες τρίτη. Το λίπος της απλώνεται σαν τραπεζομάντιλο που στρώνει η μάνα σου της Κυριακές του Πάσχα. Όσο το κοιτάς σου δίνει την εντύπωση ότι απλώνεται πιο νωχελικά, σαν την μελωδία που μηχανεύεσαι όταν ακούς ένα ρολόι να μιλάει. Και τα άκρα της είναι τριπλάσια από τον κορμό της. Μην το κοιτάς καλύτερα Όχι πως θα σταμάταγε ποτέ να μεγαλώνει.. ..

          Γύρω από αυτό το τέρας, υπάρχουν δούλοι. Δούλοι άχρωμοι. Το τέρας έχει όλες τις ιδιότητες της Γ’ναίκας ,οι δούλοι όλη την απογοήτευση του Ανθρώπου, αποτυπωμένη πάνω σε ασήκωτες ρυτίδες, καμένους μύες  και μικρές ελιές, υπερβολικά πολλές, στάζουν μέλι πάνω στα άτρωτα γόνατα τους, γιατί? Γιατί είναι πάντα σκυφτοί.

         Ξεθωριασμένα πρόσωπα και σκιερές μασχάλες, που από την Δουλεία σταμάτησαν να μεγαλώνουν τρίχες στις ανήλιαγες κοιλότητες τους .Μύες ξανθοί που ήλιος δεν τους είδε ποτέ και όμως κάηκαν. Από έναν ήχο.

Τον ήχο της αγωνίας…ότι είναι το επόμενο γεύμα της Χοντρής Γ’ναίκας, με  το βλέμμα κυτταρίτιδας. Είναι πύρινη και κανείς δεν την πλησιάζει. «Δουλεύονται» όλοι γύρω της για να είναι όσο πιο τραγανοί γίνεται γι’ αυτήν και  παρ’ ότι ανθρώπινοι δούλοι, υπάρχουν με «λόγο» αλλά με βούληση κατευθυνόμενη.

    Η Χοντρή Γ’ναίκα εγκυμονεί έναν άνθρωπο εκθαμβωτικά όμορφο. Μα έχει σώμα ενήλικα, διαμορφωμένο στα μέτρα ενός τριαντάρη. Όπως τα μωρά ζουν μέσα στο πλακούντα με υγρά ζωοδόχα, και μπορούν και αναπνέουν με αυτά, έτσι και ο άνθρωπος στη μήτρα του τέρατος ζει και αναπνέει με τη βοήθεια του πετρελαίου.

   Το πετρέλαιο είναι αποτέλεσμα της διάσπασης των ανθρωπίνων μελών των δούλων της Χοντρής Γ’ναίκας. Το χρυσό χρώμα του ελαίου, που ιριδίζει, είναι αυτό που διατηρεί τον άνθρωπο τόσο όμορφο και το μαύρο, του τρώει τα όργανα, τα οποία εξ’ αιτίας αυτού έμαθαν ξανά να φυτρώνουν ολοένα και ανεκτικότερα.

_____________________________________________________________________

 

  Ο Μάνος είναι φωτοφοβικός. Του αρέσουν όμως τα φώτα που του τσιμπούν τα μάτια μόνο όταν τα έχει κλειστά.

  Η ώρα ήταν περίπου  τρεις. Πάντα νύχτα. Ο Μάνος κοίταξε από το μικρό παράθυρο πάνω δεξιά και είδε ένα περίεργο πράγμα:

Ένα φανταστικά οργανωμένο σύστημα, βιομηχανικών προδιαγραφών, το οποίο εξυπηρετούσε κάποια δομημένη λειτουργία για κάποιο μεγαλύτερο σύνολο συστημάτων μα δεν ήταν σίγουρος γιατί. Η τελειόπιτα(-τητα) της λειτουργίας όμως τον τρόμαζε, ένιωθε πιόνι κάποιας μεγάλης και ισχυρής ομάδας. Γρανάζια και ρολόγια, χρώματα ψυχεδελικά και παντού κρεμασμένοι δίσκοι πολυμορφικοί για να μην χέζει το μοναδικό άσπρο περιστέρι επάνω στις μηχανές και σταματήσει ίσως εξαιτίας τους, να δουλεύει αυτό το τρομοκρατικό συνοθύλευμα λαμαρινών και μηχανών. Απέσυρε ευθύς το βλέμμα του από το μικρό παράθυρο.

  «Άρτχχχχχχχχχχγκχχχχχχχχ». Πνιγόταν. Σπασμωδικά και σπαστικά κουνιόταν σαν την Ψυχή μίας γυναίκας που δεν είδε ποτέ το παιδί της να γεννιέται και έφυγε με πόνο ανείπωτο για μια πολιτεία μάλλον ανύπαρκτη. Χοροπηδάει και πάλλεται προς πάσα κατεύθυνση, πονάει, χτυπιέται στον τοίχο, πράττει τυφλά ,δεν αντέχει άλλο. Ο Μάνος. Ουρλιάζοντας και αλύτρωτη η γυναίκα προσπαθεί ν’ αναπαυτεί .Κι αυτή.

 

__________________________________________________________________

  

Η Χοντρή Γ’ναίκα με κυτταρίτιδα στα μάτια, ψάχνει τους υποψήφιους ελαιο-ποιους δούλους, τους μνηστήρες του πεπτικού της συστήματος.

Ο άνθρωπος που εγκυμονεί  το τέρας έχει μέχρι το άνω χείλος πετρέλαιο και το συκώτι του ατροφεί επώδυνα. Μόνο για τρία λεπτά μπορεί  να αναπνέει ακόμη.

Το τέρας γρήγορα καταλαβαίνει πως έχουν μείνει ελάχιστοι δούλοι. Αυτοί ποτέ δεν γεννήθηκαν, απλά υπήρχαν σε μεγάλο αριθμό για να ολοκληρώνεται κάποια διαδικασία «τέλειας(=που κάποια στιγμή θα τελειώσει)» ανακύκλωσης.

Θυμίζει μία σατανική και βρώμικη διαδικασία, που σίγουρα θα σταματήσει να λειτουργεί κυκλικά γιατί Δυνάμεις του Κακού έχασαν μία δύσκολη μάχη από τις Δυνάμεις του Καλού, οπότε ο ανεφοδιασμός των δούλων σταμάτησε. Μόνο μια μάχη, όμως .

  Η Γ’ναίκα απογοητεύεται γιατί οι δύο τελευταίοι δούλοι δεν της αρέσουν και δεν τρώει κανέναν από τους δύο οι οποίοι γνωρίζουν τι τους περιμένει μα δεν αισθάνονται τίποτε για αυτό.

Ό ομφάλιος λώρος είναι αποσπώμενος. Πότε ο άνθρωπος, μπορεί να τον αποσυνδέσει και να βολιδοσκοπήσει τις λειτουργίες των οργάνων της Γ’ναίκας. Μπορεί να φυσήξει μέσα από αυτό το «μικρό παράθυρο» και να της καταστρέψει όλα τα όργανα που είναι φτιαγμένα από ασταθή λάσπη. Όμως δεν το ξέρει ο άνθρωπος και δεν θα το μάθει ποτέ.  Το πετρέλαιο τελειώνει. Ο άνθρωπος δεν προλαβαίνει να ξαναενώσει τον ομφάλιο λώρο του με την κατάλληλη υποδοχή, δεν βλέπει καν, γιατί δεν έφτανε ποτέ η στάθμη του πετρελαίου πάνω από τα μάτια του, οπότε αυτά είχαν πεθάνει ,οργανικά, εδώ και καιρό.Πνίγεται.

Χοροπηδάει και πάλλεται προς πάσα κατεύθυνση, πονάει, χτυπιέται στον τοίχο, πράττει τυφλά ,δεν αντέχει άλλο.

Η Χοντρή Γ’ναίκα νιώθει τις κλωτσιές και προσπαθεί να βελτιώσει την κατάσταση τρώγοντας λαίμαργα, υποκρινόμενη ότι ευχαριστιέται παρά το πόνο, τα δύο εναπομείναντα άτομα δούλων. Μάταια. Αίματα ξεπροβάλλουν απ’ όλες τις  πτυχές της .Το πεπτικό της απορρίπτει τα σώματα των δούλων οι οποίοι αποδεικνύονται άχρηστοι και σάπιοι σε γεύση, χωρίς θρεπτικά στοιχεία πλέον.

                                                            [          ]

                                                             \         /

                                                                \   /

                                                                  \/

    Στους τοίχους της κοιλιάς της Γ’ναίκας ο Μάνος παλεύει με τον εαυτό του για να επιζήσει. Ο ομφάλιος λώρος ξερνάει ένα υγρό το οποίο γεμίζει σταδιακά τον όγκο της μήτρας της Χοντρής Γ’ναίκας. Το υγρό περιέχει όλο το λίπος που υπάρχει στους ιστούς της Γ’ναίκας. Ο Μανόλης πεθαίνει πριν ακόμα φτάσεΙ το υγρό σε σημείο να τον πνίξει.

 

 

Στο χολ προς την έξοδο μιας πολυκατοικίας, τρία άτομα:

«Ρε μάγκες, τα μάθατε?» λέει ο ένας.

      «Τι ρε μαλάκα?» αποκρίνονται οι υπόλοιποι με σχετικό συγχρονισμό.

       « Πέθανε ο Μανόλης ρε, που μένει στον 1ο … αυτός μωρέ που βρωμούσε σκυλίλα το σπίτι και μαζεύανε υπογραφές να τον διώξουνε γιατί η μπόχα έφτανε μέχρι τον 3ο

      «Άντε ρε! Από τι πέθανε?»…με σχετική αδιαφορία.

 

 

 

                                                         «ΑΠΟ ΑΗΔΙΑ».-

 

 

  

 

 

    

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

~ από mourningthedeparted στο Ιουνίου 3, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: