O Nαύτης

Νότα, η ισχυρογνώμων

Τα πόδια σου γίνονται ρίζες στο μπετόν.Τα χέρια σου επίσης.Είσαι στα τέσσερα,σήκωσες τόσες φορές το κεφάλι σου, που πονάει πλέον να κοιτας οριζόντια.Και εκει που είσαι-και έπεισες τον εαυτό σου να πάει- δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει ορίζοντα.

Ρουφάς την εγκυρότητα σου μαζί με την κοιλιά σου και μετατρέπεσαι σε ένα μωβ ψυχεδελικό καναρίνι.Δεν μπορείς να τιτιβίσεις,μπορείς όμως να κράξεις σαν δαίμονας.Δεν βλέπεις χρώματα,όμως επέλεξες να είσαι μωβ.

Σαν καναρίνι στρίβεις το κεφάλι δεξιά,κάνεις μια γωνόια 90 μοιρών με τον θώρακά σου. Έχεις ένα βλέμμα παρανοΪκό, μα δεν εκφράζεται στους δύο απορημένους σου βώλους αλλά, στους τριχωτούς μύες του ράμφους σου.Μα τι κοιτάς,μου λες?

Το σώμα σου επεκτάθηκε σε δύο λεπτά.Πράττει ότι κατάφερε σε χιλιάδες χρόνια η εξέλιξη του ανθρώπινου σώματος.Αποδεσμεύεται από ίνες κρέατος που δεν σε περιόριζαν έτσι κι αλλιώς να πέφτεις,ν’ απορείς να κοιτάς οποιονδήποτε διαγώνια.Κυματικά σε προσεγγίζουν οι φράσεις της ημέρας:

«Πως τον πίνεις τον καφέ σοϋ?»

«Αυτός?αυτός είναι πούστης.»

«Αυτός είναι λάθος.Μόνο.»

Πατάς με δύναμη ένα κομμάτι αποξηραμένο μανταρίνι πάνω σε μία μαλακή φέτα ψωμί.Προσπαθείς να πείσεις το φρούτο πως αν του τραγουδήσεις, θα γίνει μαρμελάδα.Ξέρεις, με αυτό το απλανές βλέμμα, που κοιτάς ένα αντικείμενο άσχετο συνειρμικά με αυτό που σκιαγραφείς στο μυαλό σου, και κάποιος ηλίθιος κουνά το χέρι του πάνω-κάτω,μπροστά πό τη μάσκα των ματιών σου,για να επανέλθεις..μα τι κάνεις μου λες?Τρως το μανταρίνι.

Το φαντάζεσαι για φρέσκο.Ξαπλώνεις στο νεόπλουτο γρασίδι και φωτογραφίζεις τον εαυτό σου με ρυτίδες, τρίχες αλλόκοτες,σε ασυνήθιστα μέρη, σημάδια ανόητα και κόκκινα στίγματαπου δεν μπορεις με δύο δάχτυλα να περικυκλώσεις.

Ουρλιάζεις και τρέχεις κάπου για να αποφύγεις την σκεψη ε Σου.

Είσαι κάπου κεντρικα.

Πηγαίνεις να κάτσεις σ’ ένα πεζούλι,κίτρινο,με ρυτίδες και ρωγμες σαν αυτές που φαντάστηκες πάνω σου πριν πας κάπου κεντρικά.

Πριν ακουμπήσεις το «βαθύ» σου κάθισμα στο πεζούλι, μια κοπέλα στο μπροστινο παγκάκι σου φωνάζει: «Κάτσε εδώ να μου κάνεις παρέα». Και πας. Κάθεσαι, κάθεσαι, κάθεσαι.

Δεν λέτε τίποτα. Έχετε και τρίτο στην παρέα.Μια μύγα.Η κοπέλα εκνευρίζεται: «Γαμώ το μουνί» και κουνα επιδεικτικά το χέρι.Φεύγεις με την μύγα.Πάνω στη μύτη σου.Της κόβεις τα φτερά.

Την πετάς κάτω.Στροβιλίζεται. Πρόσπαθεί να σε δεί αλλά μαύρες κηλίδες στα μάτια την τυφλώνουν σταδιακά.

Βάζεις και βγάζεις τα φτερά συνεχώς από τις τσέπη σου-την αριστερη-για να τα κοιτάξεις.Και θυμάσαι.

Φτάνεις σπίτι σου και τρέχεις στην κουζίνα.Ανάβεις το μάτι.Τηγανίζεις τα φτερά για αρκετή ώρα(20 λεπτο).Μισή ώρα?

Τα ποτίζεις με υδροχλωρικό οξύ, κι αυτά γρήγορα μεγαλώνουν και τεράστια γίνονται.Βρίσκεις έναν τρόπο να τα δέσεις στην πλάτη σου.Βγαίνεις στην βεράντα.Ισορροπείς πάνω στα κάγκελα..

και πέφτεις από το κρεββάτι…

Advertisements

~ από mourningthedeparted στο Απρίλιος 20, 2007.

2 Σχόλια to “O Nαύτης”

  1. Ο χριστός και ο απόστολος καλό μου! Κάπου φρίκαρα, κάπου ταυτίστηκα με το όνειρο αυτό… Αλλά αυτό με τα φτερά της μύγας..μπλιαχ. Ευτυχώς μετά ξύπνησες!

  2. xaxaxaxaxaxaxaxaxaxaxaxxaxxax…kalimera

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: