Το Νεκροταφείο των Ελεφάντων

Τα θυμάμαι όλα.

Ταξιδεύαμε κάποια ώρα. Ήταν συνεχώς σκοτεινά, αλλά δεν ένιωθα κρύο. Το κλίμα στην Αφρική είναι περίεργο – το ήξερα – με είχαν προειδοποιήσει.

Δεν είμαι από αυτούς που προσαρμόζονται εύκολα σε καινούριο αέρα. Αυτό είναι σίγουρο. Τα θέλω όπως μου τα έμαθαν, να ξέρω πως μπορώ να τα προσδιορίσω όποτε θέλω εγώ, όποια ώρα το χρειαστώ και όποτε η ζωή μου το έχει ανάγκη. Δεν είχα καθόλου έμπνευση.

Ήταν μάλλον κάποιος οιωνός για ό,τι θα γινόταν στο μέλλον. Πολύ παράξενο να μην εκσφενδονίζει νότες σκέψης η συνείδης σή μου. Δεν ένιωθα πολλά αυτή τη φορά. Μάλλον ήταν από τα ταξίδια που ο προορισμός έχει περισσότερη σημασία. Ή  δεν είχε;

Το κατεύνασα και το άφησα να ωριμάσει μέσα μου, μήπως και καταλάβαινα τι μου γίνεται.

Έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα κι άλλο, κι άλλο λίγο καταλήγοντας σε φιλοσοφικό αδιέξοδο. Μου θύμισε τον Πουλαντζά, το αβγό και την κότα, τον Κολόμβο.

Μετά από ατέρμονες συνειρμικές διεργασίες κατάλαβα ότι ούτε στο ελάχιστο δεν θίχτηκαν τα συναισθήματα μου. Τι γινόταν; Ήμουν ένα αναίσθητο κάτι στη μέσα του σκοτεινού πουθενά…

«Καθηγητά, δεν υπάρχει τίποτα και εσείς θίγετε το κάτι.»

Φτάσαμε, οι γονείς μου κατέβηκαν με αβεβαιότητα. Εγώ εδώ που ήμασταν δεν είχα αμφιβολίες, ήμουν πιο χαλαρή από ποτέ. Πολύ εγωιστικό αλλά δεν ήταν και εντελώς δικό μου θέμα.

Περίμενα τα πάντα. Να μας κλέψουν και να μας ζητήσουν 5€ μέσα σε διαβατήρια, να τραγουδήσουμε για την Λάικα, να δώσουμε ρούχα, λεφτά για εμβόλια. Όμως τίποτα από αυτά, χειρότερο. Στο τίποτα, στη μέση του είναι. Αβάσταχτο. Με τους γονείς κιόλας βαρετό και πρωτόγονο.

Δεν τους αγαπώ, απλά η συνήθεια ριζώνει – είναι η παράνοια του πυρετού – αμετάκλητα και δεν φεύγει με τίποτα. Γίνεται πραγματικότητα. Μόνο με αυτοέλεγχο φεύγει αλλά ποιός είναι ο αυτοέλεγχος και ορίζει τον εαυτό του; Στο κάτω κάτω ούτε αυτά τα ίδια δεν ξέρουν τί τους γίνεται.

Ξεκίνησα να περπατάω με τους ανήλιαγους ξοπίσω δεν άφησα τίποτα. Όταν πόνεσαν τα πόδια μας συνεχίσαμε, και μετά την έκσταση ο πόνος ήταν πιο ευχάριστος από ποτέ. Το μόνο που φοβόμουν τώρα ήταν να μείνω να πραγματοποιηθούν όλα όσα ονειρεύομαι για τον εαυτό μου. Ό,τι φοβάμαι για μένα είναι αυτό που θέλω να μου συμβεί. Κατά βάθος γούσταρα να με πάει σήμερα αυτό το ίδιο όπου ήθελε.

Φτάσαμε στο νεκροταφείο των Ελεφάντων. Τώρα κανένα συναίσθημα. Το τοπίο φύσαγε, έκανε μόνο του τη δουλειά. Το μόνο που μου κόστιζε ήταν να το κοιτάω.

Ήταν τρομερό να το βλέπεις. Νεκροί ελέφαντες και ορφανά παιδιά. Όχι ορφανά από μάνα και οικογένεια ορφανά από αυτά και συνείδηση, δεν ήξερα ότι είναι το μέλλον και το μάθαιναν δεν τους ενδιέφερε. Δαγκώνονταν για επιβολή στην αγέλη. Ο πιο δυνατός έπαιρνε την μονόφθαλμη γκόμενα… Μιλάμε για 5χρονα 6χρονα και 10χρονα παιδιά. Άντρες, πιο άγριοι και θαραλλέοι από όποιον άντρα το διαβάζει αυτό. Ένστικτα πιο ζωώδη και από ιπποπόταμου. Δε ρώτησαν, ούτε ζήτησαν να συνυπάρχουν, όπως και ο Αδάμ υποχρεώθηκε μιας ύπαρξης που είναι σε τελευταία ανάλυση ένα παϊδάκι. Σάρκα ρε φίλε, τίποτα, ύλη άυλη.

Σάρκα.

Μερικά παιδιά με ελάχιστη συνείδηση περίμεναν περαστικούς να τους πρήξουν για ένα ασφαλές μέλλον. Τέτοιοι ήμασταν κι εμείς. Περνούσαμε από αυτό το μακρύ δρόμο επιλεκτικού καταναλωτισμού. Τα παιδιά καταναλώνονται. Είναι βαρύ, αλλά σε κρατάει για μέρες.

Κοιτούσαμε με φοβερή εκφραστικότητα το μαύρο πορτοκαλιό μέρος με τα τεράστια κρανία κατοικίες των παιδιών. Οργανωμένα πράγματα. Κοινωνία. Άλλος έχει το κρέας, άλλος το αλάτι, άλλος το πιπέρι. Καθόλου διαφορετικό από την πατρίδα μετά τον πόλεμο.

Απλά.

Μέσα στη σιγουριά μου, της σύγκρισης αυτού του αποτρόπαιου μέρους με κάτι γνώριμο, ήρθε κάτι να με ταράξει.

Ένιωσα κάτι στο πόδι μου. Με τραβούσε, το νιώθω σαν τώρα. Ήταν ένα μαυράκι. Το μόνο που ξεχώρισα στο πρόσωπό του ήταν μαύρο χρώμα και αίμα. Το αίμα είναι χρώμα. Μου έλεγε: «Πάρε με από εδώ, δεν είναι μέρος αυτό για παιδιά, δεν υπάρχουν πρότυπα σωστά, δεν υπάρχει πρόνοια». Όλα αυτά μου τα είπε στα ζαρζαβατικά. Μπορούσα να καταλάβω. Ναι μπορούσα.

Ξαφνικά ξύπνησα. Κανένα σοκ. Δε χωρούσαμε εδώ, νευρικοί κλονισμοί. Ξύπνησα απλά. Μετά ξανακοιμήθηκα με σκοπό να ταξιδεύω συνειδητά στο όνειρό μου και να ξαναδώ το πρόσωπο του παιδιού, να μαζοχίσω τον εαυτό μου, να με τρομάξω, λες και δεν το ‘χει κάνει κανείς.

Το ξαναείδα. Ήταν σα γάτα – βγαλμένο μάτι πρόσφατα –  και το αίμα να ρέει σαν δάκρυ συμπαγές σε κάποια γωνία της μύτης.

Οι γονείς μου αδιάφοροι, δεν έδωσαν σημασία. Δεν το είδαν καν. Δε γίνεται. Το άφησα κι εγώ στη δικαιοσύνη του. Ξαφνικά χασμουρήθηκα λίγο. Έφυγα μη λέγοντας τίποτα. Ούτε συγκαταβατικές μαλακίες. ΤΙΠΟΤΑ.

Ξέχασα το σκοπό μας. Είμαστε εδώ γιατί οι γονείς μου έψαχναν να υιοθετήσουν ένα παιδί, ένα μηδέν, ένα άγραφο χαρτί του Τζον Λοκ. Η αδερφή μου υπήρχε σαν ιδέα χαμένη. Μάλλον εδώ γινόταν μια τυπική συμπλήρωση κενού. Χάσαμε κάτι και το αντικαθιστούμε. Απλά. Σφίγγομαι στο στήθος. Φαντάσου η «ανήλιαγοι».

Ήρθαν εδώ. Το πήραν το παιδί. Ήταν άσχημο, πανάσχημο. Με μικρό κορμό σώματος και τεράστια άκρα, τεράστια χέρια και πόδια, κεφάλι μεγάλο – κανονικό –  με μαλλιά καρέ και προτεταμένο πηγούνι.

Οι δικοί μου ζητούσαν να το αλλάξουν.

Ήταν ενάντια στους κανόνες.

Εγώ ένιωσα άσχημα και για τους έξι μας. Μπήκα στα παπούτσια μας. Και τιμώρησα.

Έμεινα εκεί.

Αυτοί έφυγαν, εγώ έμεινα ρε.

Θα σταματήσω να ψάχνω. Εδώ είναι εντάξει.

Μπράβο μου.

Καλημέρα…

Advertisements

~ από mourningthedeparted στο Ιανουαρίου 12, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: