Βέζλαμπ.

Δεν ήταν εύκολο να περπατήσεις πάνω στα πτώματα. Τους έλειπαν τα μικρά τους δαχτυλάκια. Επιτέλους πια μ’ αυτή την εκμετάλλευση. Ήταν, η παράγνοια του πολέμου. Ο Βέζλαμπ ήταν έμπορος αργυρών τοιούτων σκευασμάτων. Δεν είχε σημασία τί. Ήταν. Φτάνει να έλαμπε λευκά. Του άρεσε τόσο πολύ το αργυρόχρωμα που έκανε ανταλλακτικό εμπόριο. Ίσα ίσα, να βγάζει το ρύζι του. Του άρεσε το ρύζι πιο πολύ απ’ το πλιγούρι. Το πλιγούρι του θύμιζε πατρίδα. Πατρίδα με φτερά. Αναπόδραστο

Ο Βέζλαμπ είχε κακές αναμνήσεις από τη Ζάνζη. Δεν είχε σημασία τί. Θυμόταν μόνο ότι πούλαγε στους τοίχους δαχτυλίδια με ελπίδα.

Δαχτυλίδια μ’ αναμνήσεις…Αυτά ήταν δαχτυλίδια που μύριζαν δέσμευση. Οι τοίχοι δεν έφεραν ποτέ αντίρρηση από ευγένεια. Στη φαντασία του όλα έφερναν αντίρρηση. Σκεφτόταν πάντα με πλοκές, ατελείωτες εκδοχές τριών παραλλήλων πραγματικοτήτων. Είχαν τρία διαφορετικά χρώματα, πάντα αυτά τα τρία που μισούσε. Γιατί τέτοια εναντίωση;

Η φαντασία ήθελε κάτι άλλο, όχι δαχτυλίδια. Δεν έχει σημασία τί. Και η φαντασία φοβόταν ότι τα όνειρά της θα πραγματοποιηθούν, γι’ αυτό είχε ερωτευτεί το μίσος της για τις επιλογές του. Και πάλι. Δεν είχε και πολύ σημασία η αντίληψή της, δεν της έδινε καν υπόληψη, αυτό μας έλειπε.

Ήταν ένας απόλυτος πόλεμος και οι τοίχοι τον πονούσαν τον Βέζλαμπ. Έτσι λοιπόν, κοντά στα γεγονότα ήταν αναγκασμένος να ζει κάθε δευτερόλεπτο σαν να ήταν δικό του. Δεν είχε ξεκαθαρίσει ποιος ήταν ο ίδιος και ποιος ο Πόλεμος. Κάθε βράδυ μετά τον αργαλειό, πίσω απ’ τα σακιά και σκονισμένος απ’ τα κλωστεία, το σκεφτόταν σοβαρά.

Την 27η νύχτα ο ψυχισμός του έσκασε το μάγουλο. Τον ένιωσε τόσο κοντά στο κόκαλο, αλλά σχεδόν σαν αστείο.

Έπρεπε.

Η σημερινή μάχη άργησε όμως ηρέμησαν σύντομα τα πράγματα σε σχέση με άλλες φορές. Το ματωμένο μάγουλο ήταν, νομίζω, αυτό που τον ώθησε να το κάνει, δεν τολμώ να μπω μέσα του, μπορώ όμως να καταλάβω.

Σκώθκε και βγήκε από τον εξαερισμό για να μην τον ενοχοποιήσουν. Σκαρφάλωνε για εικοσπέντε βασανιστικές ημέρες. Ατελείωτα εφιαλτικές (κόμμα) ατέρμονα επιμεριστικές. Πήγε στο πεδίο τελικά, τα κατάφερε το παλικάρι μου ‘ρχεται να κλάψω. Νομίζω ότι θα τον βοηθούσε να συνεχίσει αν όλοι νομίζατε το ίδιο.

Η εικόνα της σήψης (η κνου) σχεδόν του άρεσε. Όχι δεν ήταν ζώο. Δεν είχε σημασία τί. Καθόλου μπερδεμένος, αντίθετα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ήξερε καλύτερα απ’ την πρώτη, λιγότερο εμπειρικά απ’ την έβδομη. Κοίταξε στα μάτια το πρώτο πτώμα του στρατιώτη, στα μάτια. Του τα πήρε αυτά, έτσι κι αλλιώς δε θα τα χρειαζόταν, έτσι κι αλλιώς η αλήθεια δεν εξαρτάται από ένα γαμημένο όργανο. Του έκοψε το δάχτυλο.

Το δάχτυλο.

Το μικρό δάχτυλο με τα υγρά αυλάκια.

Μετά από δέκα ώρες έκοβε ακόμη. Τα κατάφερε, θα ήθελα να του πω συγχαρητήρια αλλά το χέρι μου είναι πολύ χοντροκομμένο για να χωρέσει από την τρύπα και να φτάσει τόσο βαθιά στο κεφάλι μου. Όχι, το δοκίμασα. Δε φτάνω, κατάρα.

Είχε μαζέψει πολλά δαχτυλάκια αρκετά για να νιώσει ότι απάλυνε τον ιρρεδεντισμό του. Μα αυτός δε φεύγει ρε πούστη μου, δε φεύγει.

Αύριο φεύγει για Ταϊμάλα[1]. Τα δαχτυλάκια τα παστερίωσε και έτσι έδειχναν πιό ζωνδανά. Αυτή η μέρα δεν ήταν συνηθισμένη, έκανε μια θεόρατη υπέρβαση. Θα έβαζε έξι δαχτυλάκια, αυτά που ξεχώρισε, μπροστά μπροστά με τα σφυρήλατα, τα αγαπημένα του. Ωραία δαχτυλίδια, όταν είναι μόνο αργυρά. Πέντε δάχτυλα που δεν του άρεσαν τα έδωσε στη μύγα του.

Τα τρία ήταν συλλεκτικά τα κράτησε.

Τα έξι τα έκανε ωτοασπίδες[2].

Τα δαχτυλάκια αξίζουν να κόβονται.

Δεν έχουν σκοπό. Μόνο για να τους μεγαλώνουν τα νύχια, να ξύνουν κέρινα τριχωτά αυτιά, να χώνουν τη μύτη τους εκεί όπου άλλοι σπέρνουν. Είναι αυτός λόγος ύπαρξης;

Έτσι, τέτοιες είναι οι σκέψεις του Βέζλαμπ, σκέψεις πιο δυνατές απ’ τον ίδιο. Πέτρες που πέφτουν στη λίμνη «Τελεία» αφήνουν κύκλους που ολοένα μεγαλώνουν, μεγαλώνουν, μεγαλώνουν…και δεν εξαφανίζονται. Αυτός είναι ο φόβος, η δύναμη των σκέψεών του. Η δύναμη του στρατιώτη. Αυτόν φοβόταν. Αν μια σκέψη όσο ένα δαχτυλάκι του στρατιώτη τον έκανε να απορρίψει έναν κόσμο, να φοβάται το δικό του (δαχτυλάκι) και να μην αντέχει την ύπαρξή του στο δωμάτιο, ότι τέλος πάντων δε χωράει εκεί μέσα, φαντάσου όλο το χέρι του στρατιώτη, όλο του τον κορμό και μετά όλο του το σώμα. Γι’ αυτό, έκοψε τα δαχτυλάκια. Δε μπορούσε να κάνει και αλλιώς, ήταν γενναίος.

Έτσι οι πέτρες του τοίχου δεν τον φόβιζαν πια. Και άντεχε τώρα περισσότερο την παρουσία του. Σήμερα. Αύριο δεν νομίζω…Γενικώς δε νομίζω…Τελειώνω, ε;…

Η αστυνομία ανήγγειλε το εξής πόρισμα: την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου, ώρα 11.46 π.μ. ο Βέζλαμπ Μουνιάσης βρέθηκε κατακρεουργημένος σε μία καρέκλα καθιστός κοιτώντας τον τοίχο με κομμένα τα δαχτυλάκια του στα οποία φορούσε δυο ασημένια δαχτυλίδια. Δεν ήταν επάργυρα.

tΕΛΕΟΣ.


[1] Καπηλειό στην Εβίρη.

[2] Αργότερα άνοιξε την γνωστή εταιρία ο δισέγγονός του «Ωτολούξ».

Advertisements

~ από mourningthedeparted στο Δεκέμβριος 3, 2006.

Ένα Σχόλιο to “Βέζλαμπ.”

  1. Άξια. Άξια. Κι άλλο. Κι άλλο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: